logo

21η Απριλίου ’67. Εφιαλτικότερη ακόμα και από σήμερα!…

logo

images[5]…Μέσα σέ λίγα λεπτά η πόρτα τού διαμερίσματος ήταν σπασμένη καί όλο τό σπίτι άνω κάτω. Ερευνήθηκαν ακόμα καί τά βιβλία τής βιβλιοθήκης, τό εσωτερικό τού πιάνου, ακόμα καί τά παπούτσια… Όλη αυτή η επιχείρηση -που γιά χάρη της χρησιμοποιήθηκαν όλες οι αρχές τής τακτικής – αιφνιδιασμός, βία καί ταχύτητα – δέν έδωσαν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Σέ μιά άλλη εποχή βέβαια, όλα αυτά θά μπορούσαν νά δημιουργήσουν καί μπελάδες… Δέν σπάνε πόρτες έτσι στά καλά καθούμενα καί δέν κάνουν έρευνες στά σπίτια τού κόσμου καί μάλιστα χωρίς κανένα ένταλμα από δικαστική αρχή!
Κάνανε πολλά σφάλματα τότε όλοι αυτοί νομίζοντας ότι έτσι υπηρετούσανε σωστά τούς κινηματίες. Στον τόπο ετούτο ούτε μιά δικτατορία δέν μπορούμε νά κάνουν σωστά. Έγιναν τόσα λάθη τήν εποχή εκείνη, (μόνο κατά τήν επίσκεψη στό σπίτι καί στό γραφείο του έγινε σωρεία λαθών καί παραλήψεών τους) ώστε οι δικτάτορες τού μέλλοντος θάπρεπε νά βρούν γιά συμβούλους τους πρώην αντιστασιακούς γιά νά τούς πούν – άν θελήσουν – κάμποσα πράγματα. «Οι άνθρωποί μας» πάντως έδειχναν νά τά έχουνε θαλασσώσει, ή νά μήν έχουνε καθόλου τήν τύχη μέ τό μέρος τους. Δέν ήθελαν όμως καί νά τό παραδεχτούν γιά δύο λόγους: Γιατί υπήρχε μιά πόρτα παράνομα σπασμένη καί ένα σπίτι ανάστατο καί γιατί όλα αυτά δέν έγιναν τυχαία. Από κάποια συγκεκριμένη πληροφορία ξεκίνησαν, αλλά από ποιά καί από ποιούς;
Τον χώσανε βίαια σέ ένα φίατ μέ πολιτικό αριθμό. Ο επικεφαλής καί ένας από τούς μπράβους κάθισαν μπροστά καί ο άλλος πίσω.
«Μάς φιλοξένησες τόση ώρα στό σπίτι σου, πάμε τώρα καί στό δικό μας», είπε μειλίχια ο αξιωματικός μέ τά πολιτικά γιά νά δικαιολογήσει τήν απαγωγή πού γινόταν όχι μόνο χωρίς ένταλμα αλλά καί χωρίς τήν παραμικρή εξήγηση ή εεπίκληση πιβαρυντικού στοιχείου μιάς καί οι έρευνες πού είχαν κάνει στό σπίτι καί απάνω του δέν απέδωσαν τίποτα πού νά δικαιολογεί μιά σύλληψη. Η φωνή του μπάτσου πρόδινε κακία αλλά καί φόβο μαζί γιά τό πώς θά δικαιολογούσε τά όσα είχε κάνει άν στό τέλος δέν έβρισκε στοιχεία. Γι’ αυτό, μέχρι νά δει πώς θά τον βάλει στό χέρι, προσπάθησε νά δείχνεται «τυπικός». Ο «πολιτισμός» του λίγο πριν τού είχε επιτρέψει νά σπάσει χωρίς λόγο τήν πόρτα τού σπιτιού, νά τά κάνει γυαλιά – καρφιά όλα, νά βρίσει μέ τις πιό χυδαίες λέξεις τήν οικογένειά του (ψυχολογικά συστήματα τού αστυνομικού κράτους από τό οποίο είχε εκπαιδευτεί) καί νά τον τραβάει χωρίς στοιχεία καί ένταλμα «στό δικό του σπίτι» όπως είπε. Δέν χρειαζόταν πολύ σοφία γιά νά καταλάβει κανείς ότι τό σπίτι αυτού τού Ιαβέρη δέν μπορεί νά ήταν κανένα άλλο από τήν Ασφάλεια πρός τήν οποία κατευθυνότουσαν ολοταχώς.
Σήμερα τό νά πάει κανείς στήν Ασφάλεια είναι κάπως απίθανο άν δέν είναι παραχαράκτης, έμπορος ναρκωτικών, ή σοβαρά ύποπτος ληστείας. Αν από λάθος συμβεί νά σέ πάνε εκεί δε, θά χτυπήσεις μέ αγανάκτηση τή γροθιά σου σέ κάποιο τραπέζι καί μετά θά τούς κάνεις σήριαλ στις εφημερίδες.
…Τότε τά πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά γιατί τό νά σ’ έχουν πιάσει γιά κάποιο σοβαρό ποινικό αδίκημα, ήταν απλό πταίσμα μπροστά στό νά είσαι ύποπτος γιά αντιστασιακή δράση. Ως τότε δεν είχε πάει ποτέ ούτε μέχρι τόν αξιωματικό υπηρεσίας αστυνομικού τμήματος γιά «εξακρίβωση στοιχείων» καί δέν είχε ποτέ τήν παραμικρή δοσοληψία μέ τήν δικαιοσύνη καί τήν αστυνομία. Αυτό τούδινε πάντα μιά υπεροψία έναντι τού νόμου καί τών ανθρώπων του. Τήν εποχή εκείνη όμως κανένας από τούς νόμους πού εγγυόνταν τήν ανθρώπινη αξιοπρέπεια δέν εφαρμοζόταν καί οι άνθρωποι στούς οποίους είχαμε εμπιστευτεί μερικές αξίες – ένα μεγάλο μέρος τους τουλάχιστον – είχαν μεταμορφωθεί σέ κτήνη. Ετσι, τό νά βρεθείς ξαφνικά μόνος σου στριμωγμένος σέ ένα αυτοκίνητο τής μυστικής αστυνομίας ανάμεσα σέ τρεις τέτοιους ανθρώπους μέ κατεύθυνση τήν Ασφάλεια πού τόν καιρό εκείνο ήταν συνώνυμη μέ τήν κόλαση, ήταν κάτι τό εφιαλτικό, ακόμα καί γιά τούς πιό θαρραλέους καί σκληροτράχηλους αγωνιστές.
Δέν ήταν καθόλου τέτοιος, καί μετά από τήν έκπληξη τών πρώτων στιγμών αυτής τής τόσο ξαφνικής καί άλλο τόσο δραματικής εμπειρίας, έβλεπε να μπαίνει σέ μιά πολύ επικίνδυνη φάση τής οποίας τό τέλος θά πήγαινε πολύ μακριά. “ Επρεπε νά προετοιμάζεται γιά καταστάσεις πού μέχρι τότε οι περιγραφές τους καί μόνο, έφερναν ρίγη τρόμου. Καί έπρεπε γιά όλα αυτά νά ετοιμαστεί γρήγορα καί ολομόναχος. Άν εδώ αναθεωρήσουμε τούς όρους καί τις περιγραφές πού έχουνε επικρατήσει, θά πρέπει νά ειπωθεί ότι ο φόβος καί ο τρόμος πού μάς γεννά ένα γεγονός πού βλέπουμε νάρχεται κατά πάνω μας, δέν συνοδεύεται από «ένα παγωμένο ρίγος στήν ραχοκοκαλιά» όπως γράφεται φιλολογικά στά διάφορα βιβλία αλλά από ένα αίσθημα έντονου κενού κάπου πάνω από τό στομάχι ανάμικτο μέ κάποιο πόνο κυματιστό σάν να πέφτεις από ένα ύψος μέ ταχύτητα. Τήν ίδια στιγμή όμως προσπαθείς νά αναπτύξεις όσο μπορείς μιά περήφανη άμυνα ή μιά αξιοπρεπή εγκατάλειψη…
Πάνω κάτω ξέρεις γιά τί θά σέ κατηγορήσουν καί προετοιμάζεις τις πιθανές απαντήσεις σου στήν τακτική τού «βλέποντας καί κάνοντας». Τό μόνο βέβαιο πάντως ήταν ότι δέν τον έπιασαν κατά λάθος καί ότι δέν θά καλοπερνούσε στά χέρια τους…
Γιά όσους γνώρισαν τόν Μπάμπαλη, θά θυμούνται ότι ήταν ένας άντρας μέ μεγάλο κεφάλι καί ένα βλέμμα θηρίου καί ότι κρατούσε πάντα ένα κοντό πλεγμένο δερμάτινο κοκκινωπό μαστίγιο στά χέρια του πού τό κουνούσε απειλητικά χωρίς νά τό χρησιμοποιεί πάντα. Ο Τζαφέρης που στεκόταν δίπλα του όρθιος, δέν χρειαζόταν μαστίγιο. Χτυπούσε στόν αριστερό κρόταφο κάθε φορά που η απάντησή που έπαιρνε δέν ήταν τής αρεσκείας του.” Ηταν αυτός πού είχε κάνει την σύλληψη (καί πού ήθελε νά τού ανταποδώσει τήν φιλοξενία σώνει καί καλά…)
Τά χτυπήματα στό μέρος εκείνο τού κεφαλιού έχουν δύο πλεονεκτήματα γιά τούς ανθρώπους τού νόμου εκείνης τής περιόδου: ότι σέ ζαλίζουν γιά νά καμφθεί έτσι καί η πνευματική μαζί μέ τήν ηθική σου αντίσταση καί ότι δέν αφήνουν σημάδια ξυλοδαρμού. Τού έδειχναν κατά διαστήματα μιά μεγάλη φωτογραφία τής Ασπας Παπαθανασοπούλου καί επέμεναν νά τούς απαντήσει άν τήν γνώριζε καί τί σχέση είχε μαζί της. Στήν τρίτη του άρνηση ο Μπάμπαλης αγρίεψε. Τον είχε θεωρήσει αμελητέα ποσότητα (καί ήταν κι όλας) καί δέν συγχωρούσε τό γεγονός ότι δέν βοηθούσε νά προχωρήσει τό «ανακριτικό του έργο». Η οποιαδήποτε καθυστέρηση δε, θά μπορούσε νά δώσει χρόνο στούς άλλους τής οργάνωσης νά πληροφορηθούν τά τής σύλληψής του πού την κρατιόταν μυστική όσο βρισκόταν «εν εξελίξει» καί νά κρυφτούν ή νά εξαφανίσουν τυχόν ενοχοποιητικό υλικό.
Τούς είχε φάει ήδη δύο «πολύτιμες» ώρες κάνοντας τον ανήξερο…
«Πάρτε τον στο υπόγειο και δώστε του να καταλάβει» είπε σε δυο μπάτσους».
Χωρίς νά είναι καθόλου σκληρό καρύδι ή μεγάλος ήρωας ακολούθησε παθητικά τούς μπράβους πρός τό ασανσέρ…
«Μιά στιγμή» ακούστηκε η φωνή τού Μπάμπαλη. «Είπατε ότι κρατάτε καί μιά κοπέλα, την βοηθό του;»

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>

logo
logo
© 2017 ekpompi.gr | Επικοινωνία: kx@ekpompi.gr